ἔμπηρος

ἔμπηρος
crippled
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έμπηρος — ἔμπηρος, ον (Α) ανάπηρος …   Dictionary of Greek

  • ἔμπηρον — ἔμπηρος crippled masc/fem acc sg ἔμπηρος crippled neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπήρους — ἔμπηρος crippled masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμπηρα — ἔμπηρος crippled neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔμπηροι — ἔμπηρος crippled masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.